Ρέμα Δενδροποτάμου: Πηγή ρύπανσης του Θερμαϊκού
Παρά τις προσπάθειες της τελευταίας δεκαετίας για τον περιορισμό της ρύπανσης και την αποκατάσταση του Θερμαϊκού κόλπου, σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές πηγές μόλυνσης. Δύο από αυτές είναι ο χείμαρρος του Δενδροποτάμου και η περιοχή των παλαιών βυρσοδεψείων της πόλης.
Ο Χείμαρρος
Ο Δενδροπόταμος είναι ο σημαντικότερος χείμαρρος της πόλης της Θεσσαλονίκης. Μαζεύει τα νερά από όλη τη λεκάνη απορροής δυτικά της πόλης, αλλά και από τα βόρεια αφού ο Ξηροπόταμος επίσης καταλήγει στην κοίτη του (συνολική επιφάνεια λεκάνης απορροής: 11.500 εκτάρια, από τα οποία 3.500 αφορούν ορεινές περιοχές). Το μήκος του χείμαρρου μέσα στο πολεοδομικό συγκρότημα ξεπερνά τα 25 χιλιόμετρα. Γενικά οι παροχές του χειμάρρου, την τελευταία δεκαετία αυξάνονται, καθώς η πόλη επεκτείνεται και οι δασικές και αγροτικές εκτάσεις στη λεκάνη απορροής του περιορίζονται. Αντίθετα η παροχετευτική του ικανότητα έχει μειωθεί σημαντικά από παράνομες επιχωματώσεις, αυθαίρετα και κατασκευές όπως π.χ. γέφυρες. Οι πλημμύρες υπ' αυτές τις συνθήκες δεν είναι σπάνιες.
Ο πλακοσκεπής χείμαρρος του Δενδροποτάμου καταλήγει στην περιοχή του θαλασσίου μετώπου του Θερμαϊκού κόλπου που βρίσκεται εντός των διοικητικών – γεωγραφικών ορίων του δήμου Αμπελοκήπων – Μενεμένης. Ωστόσο, 1000 μέτρα πριν από τη θάλασσα ο χείμαρρος είναι ανοικτός και δέχεται όλα τα απόβλητα της Δυτικής Θεσσαλονίκης και τα μεταφέρει στο δυτικό θαλάσσιο μέτωπο του Θερμαϊκού κόλπου (μετά τον 6ο προβλήτα έως την περιοχή Καλοχωρίου). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη ρύπανση του κόλπου και την υποβάθμιση της περιοχής. Στην περιοχή αυτή, όπου σύμφωνα με το δήμαρχο Αμπελοκήπων, Λάζαρο Κυρίζογλου, πριν από 30 – 35 χρόνια περίπου έκαναν μπάνιο (παραλιακή περιοχή με την επωνυμία Κασκάρκα), σήμερα υπάρχει εικόνα εγκατάλειψης. Μέσω του χειμάρρου υγρά απόβλητα εκρέουν τελείως ανεμπόδιστα στη θάλασσα και η δυσωδία στη περιοχή είναι ανυπόφορη. Μάλιστα σε περιπτώσεις νότιων ανέμων, οι οσμές φτάνουν σε μεγάλο μέρος του πολεοδομικού συγκροτήματος της Δυτικής Θεσσαλονίκης.
Από το 2006 έως τις αρχές του 2010, η Ειδική Υπηρεσία Δημόσιων Έργων (ΕΥΔΕ) Ύδρευσης – Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, έχει πραγματοποιήσει έργα καθαρισμού του ρέματος Δενδροποτάμου σε αρκετά τμήματα του (http://www.eydeael.gr).
Έρευνα
Ωστόσο, σύμφωνα με έρευνα που εκπόνησε το διάστημα 2007-2008, το πρώην υπουργείο Mακεδονίας -Θράκης σε συνεργασία με επιστημονική ομάδα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, υπό τον καθηγητή του Εργαστηρίου Ελέγχου Ρύπανσης Περιβάλλοντος κ. Κώστα Φυτιάνο, προέκυψε ότι οι βασικές πηγές μόλυνσής του Θερμαϊκού είναι τα ποτάμια, Λουδίας, Aξιός και Aλιάκμονας, το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, ο χείμαρρος του Δενδροποτάμου, η παλιά χαβούζα των βυρσοδεψείων και το ποτάμι του Aνθεμούντα. Στα πλαίσια της έρευνας πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες μετρήσεις από 50 διαφορετικούς σταθμούς, στα νερά και στα ιζήματα σε μια ζώνη πολλών χιλιομέτρων η οποία οριοθετήθηκε από τις εκβολές του Αλιάκμονα μέχρι τις ακτές της Νέας Μηχανιώνας. Έμφαση δόθηκε από τους ερευνητές στο θαλάσσιο μέτωπο της Θεσσαλονίκης, όπου εντοπίστηκαν θαλάσσιες περιοχές χωρίς ένδειξη ζωής, και στην περιοχή μεταξύ λιμανιού και Καλοχωρίου, όπου η ρύπανση στην ακτή είναι εκτός ελέγχου με ολοφάνερες τις καταστροφικές συνέπειες.
Ποσοστό 80% αυτών των αποβλήτων διαπιστώθηκε ότι είναι βιομηχανικής προέλευσης και το υπόλοιπο αστικής - τουριστικής. Τεράστιες χαβούζες με κατάλοιπα της επεξεργασίας δερμάτων στην περιοχή των παλιών βυρσοδεψείων, πετρελαιοειδή, απαγορευμένα υφαλοχρώματα από τις αμμοβολές των πλοίων, αλλά και οι εγκαταστάσεις του βιολογικού καθαρισμού στο Καλοχώρι λόγω της πλημμελούς του λειτουργίας συμπληρώνουν τις αιτίες του κακού. Οι αναλύσεις σε ιζήματα (όχι πάντως στα νερά) εντόπισαν υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων όπως μολύβδου, χρωμίου, χαλκού, καδμίου, υψηλές συγκεντρώσεις φωσφόρου, υψηλές συγκεντρώσεις αμμωνίας.
Πιο συγκεκριμένα, τα τοπικά ρέματα τροφοδοτούν συνέχεια το Θερμαϊκό με απόβλητα από βιομηχανίες, βιοτεχνίες ή αστικά λύματα, τα οποία καταλήγουν στην 6η προβλήτα του λιμένα της Θεσσαλονίκης, που έχει μετατραπεί σε «βόθρο» της περιοχής. Στην ίδια έρευνα, τονίζεται ότι στο θαλάσσιο μέτωπο του Kαλοχωρίου, η παρουσία φωσφορικών ιόντων στα επεξεργασμένα λύματα των σχετικών εγκαταστάσεων και το υψηλό μικροβιολογικό φορτίο των λυμάτων, αποτελούν την κύρια εστία ρύπανσης και μόλυνσης της περιοχής. Επιπλέον επισημαίνεται, ο ρόλος του χείμαρρου του Δενδροποτάμου στην μόλυνση του κόλπου, καθώς λόγω των παράνομων συνδέσεων, δέχεται ανεξέλεγκτο φορτίο αστικών λυμάτων και αποτελεί «ανοιχτή πληγή».
Σημαντικό μερίδιο ευθύνης φέρουν και τα παλιά βυρσοδεψεία της πόλης. Το 2002 τα βυρσοδεψεία της Θεσσαλονίκης αριθμούσαν γύρω στις 40 επιχειρήσεις. Σήμερα δεν λειτουργούν σχεδόν ούτε οι μισές. Η μετεγκατάστασή τους στους χώρους της ΒΙΠΕΘ παρά τα αρχικά προβλήματα, αποδείχθηκε επωφελής κυρίως για το περιβάλλον, αφού ο βιολογικός καθαρισμός του "πάρκου" λειτουργεί σε μόνιμη βάση. Ωστόσο, η καταστροφική τους επίδραση στη περιοχή των παλιών βυρσοδεψείων είναι εμφανής μέχρι σήμερα, από όπου εκλύονται δύσοσμα αέρια, μεθάνιο και υδρόθειο.
Μέτρα και Προτάσεις
Στις προτάσεις της παραπάνω έρευνας για τη βελτίωση της κατάστασης του Θερμαϊκού, περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η ανάπλαση της περιοχής των παλιών βυρσοδεψείων και του χειμάρρου του Δενδροποτάμου, ο σχεδιασμός και η πραγματοποίηση έργων αποκατάστασης της περιοχής, η βελτίωση των βιολογικών καθαρισμών και μόνιμη παρακολούθηση των βιολογικών των δήμων, η απαγόρευση της ρίψης βοθρολυμάτων στην περιοχή του Ανθεμούντα, η επιβολή αυστηρών προστίμων και να ανακαλούνται άδειες λειτουργίας εγκαταστάσεων που δεν επεξεργάζονται τα λύματά τους, κ.α. Για την βραχυπρόθεσμη αντιμετώπιση του φαινομένου προτάθηκε ο άμεσος ψεκασμός των λιμναζόντων υδάτων με αιώρημα ειδικής καλλιέργειας βακτηρίων, τα οποία δρουν ανταγωνιστικά με τα αναερόβια βακτήρια, που προκαλούν τη δυσοσμία και μπορεί να μειώσουν τις οσμές σε ποσοστό 40%-70%.
Δυστυχώς, η λήψη μέτρων για την ανάσχεση της ρύπανσης του Θερμαϊκού είναι αποσπασματική και επομένως αναποτελεσματική. Μάλιστα, η Διεύθυνση Προστασίας και Ανάπτυξης του Κόλπου, που λειτουργεί υπό τη γ.γ. Μακεδονίας - Θράκης, χαρακτηρίζεται από τους επιστήμονες “διακοσμητικό στοιχείο”, αφού δεν έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες και πόρους να αντιμετωπίσει την περιβαλλοντική μόλυνση. Η δυσκολία στη λήψη αποτελεσματικών μέτρων έγκειται και στο γεγονός ότι ευθύνη ή αρμοδιότητα στον Θερμαϊκό έχει μεγάλος αριθμός φορέων, δήμοι, νομαρχίες, ΟΛΘ, ΕΥΑΘ, υπουργεία και δεν υπάρχει συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών. Οι φορείς τονίζουν την αναγκαιότητα της σύστασης του Φορέα Διαχείρισης Θερμαϊκού Κόλπου, που έχει εξαγγελθεί το 2006, αλλά αντί αυτού έγινε απλώς μια διεύθυνση στο πρώην υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης.
Μελλοντικά Βήματα
Βέβαια, το παραλιακό μέτωπο της Θεσσαλονίκης, που, εκτός κεντρικής περιοχής, εμφανίζει εικόνα εγκατάλειψης, αυθαιρεσίας και ασυδοσίας αποτελεί πεδίο αιχμής για το πρόγραμμα «Θεσσαλονίκη 2012». Το νέο Ρυθμιστικό Σχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ), «Θεσσαλονίκη 2012», που παρουσίασε το Σεπτέμβριο του 2010 η υπουργός Περιβάλλοντος, Τίνα Μπιρμπιλή, περιλαμβάνει την υλοποίηση σημαντικών αλλαγών για τη πόλη. Ανάμεσα στις παρεμβάσεις που έχουν ήδη αποφασιστεί είναι η ανάπλαση του άξονα λιμένα – Δενδροποτάμου, στη παλιά βιομηχανική περιοχή της Θεσσαλονίκης. Το υπουργείο προτίθεται να εντάξει την ανάπτυξη και διαχείριση του συνόλου του θαλάσσιου μετώπου στο διεθνή διαγωνισμό για το στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης για να αντιμετωπίσει τα υπάρχοντα προβλήματα. Το υπουργείο «βλέπει» ιδιωτικές επενδύσεις μέσω ανάπλασης παλιών βιομηχανιών με αξιόλογη αρχιτεκτονική, εμπορικά κέντρα, χώρους ψυχαγωγίας και αναψυχής, συγκροτήματα γραφείων και καθαρισμό της περιοχής από τη ρύπανση (μέσω προγράμματος εξυγίανσης του εδάφους). Ακόμη, για την περιοχή «Λαχανόκηποι Θεσσαλονίκης» (είναι το δυτικό άκρο του Δήμου Θεσσαλονίκης εκτός των τειχών της πόλης) που σήμερα παρουσιάζει πολλά πολεοδομικά προβλήματα και είναι σημαντικά επιβαρυμένη περιβαλλοντικά, υπάρχει ήδη μελέτη από το δήμο Θεσσαλονίκης.
Πηγές:
eΔελτίο ΠΣΧΜ/ΤΚΔΜ: Τεύχος 05 Νοέμβριος 2010
Αρθρογράφος: Κωνσταντίνος Αντωνιάδης
Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Κακοσίμος
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|








